ALBERT CAMUS, ”LA P E S T E” ( ”Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ”)

 ”Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ” είναι το κύριο έργο του Καμύ, εκείνο που του εξασφάλισε, για πολύ καιρό, τα μεγαλύτερα τιράζ των παγκόσμιων εκδόσεων, εκείνο που συνέβαλε ίσως περισσότερο ώστε να του απονεμηθεί το 1957, όταν ήταν 44 μόλις χρόνων, το βραβείο Νόμπελ.

  Γέρασε άραγε το έργο αυτό ;…Επειδή το έγραψε μέσα στους πολέμους, το μελέτησε, το δούλεψε και το ξαναδούλεψε αδιάκοπα μέσα στην μονότονη σιγή της τυραννίας, στους αγώνες της Αντίστασης, στην έξαψη και στις πίκρες της νίκης, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός κριτικών σκέφτονται ότι απομακρύνεται σήμερα από μας κι ότι μας πιέζουν άλλα προβλήματα, λιγότερο ίσως φονικά αλλά ασύγκριτα πιο δύσκολα και πιο θλιβερά από εκείνα της πάλης ενάντια σε μία επιδημία και, για ορισμένους, πιο αποθαρρυντικά ακόμα από την παρουσία κάποιου εξωτερικού εχθρού. Ο εχθρός, λένε, είναι μέσα στο σπίτι μας και μέσα μας…

21085_355143657919292_1154545816_n

  Οι διαπιστώσεις αυτές δεν είναι και πολύ πειστικές. Φυσικά μπορεί δικαιολογημένα να προτιμάει κανείς, στο έργο του Καμύ, τη στεγνή γύμνια του ”Επαναστατημένου Ανθρώπου”, τις λυρικές ιδιαίτερα σελίδες, όπου η συγκίνηση συνοδεύει τη νοημοσύνη, όπου η αίγλη της γεμάτης τραγωδίες γης μας είναι πάντα παρούσα.

   Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ, ωστόσο παραμένει πάντα, όπως πιστεύω, το σημαντικότερο έργο του. Μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως σαν διδακτική έκκληση αλλά δεν είναι και ξεπερνάει τις ειδικές περιστάσεις της δημιουργίας της. Δεν προτείνει καθόλου μία προκατασκευασμένη ηθική, αποκαλύπτει, αντίθετα, σ’ όποιον τη μελετήσει προσεκτικά παράξενες βυθοσκοπήσεις, τις εκθέτει με σύνεση στο φως, αργά,  ντόμπρα, με φόβο, ζητώντας μας μόνο να μην κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε τίποτα, ούτε στο κακό, ούτε στην αποτυχία, ούτε στον εαυτό μας ιδιαίτερα. Θίγει μ’ απόλυτη ειλικρίνεια το πιο σημαντικό ανθρώπινο πρόβλημα : αφού πρέπει, με κάθε τρόπο, να ζήσουμε – και να πεθάνουμε – πρέπει, οπωσδήποτε, να βρούμε πώς θα κατευθύνουμε τη ζωή μας, ν’ αγωνιστούμε ενάντια στο θάνατο, να τον δεχτούμε όταν φτάσει η στιγμή, πρέπει να αναζητούμε και να κατακτούμε όλα μας τα δικαιώματα, να προφυλαγόμαστε απ’ όλες τις μάστιγες…Δεν είναι εύκολο, Ο Καμύ, ωστόσο, δεν απόστρεψε ποτέ το βλέμμα του από την ουσία, όποια κι αν ήταν η μόδα.

images

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ..)

  Αυτή η πραγματικότητα, ή οι φόβοι συντηρούσαν εν πάση περιπτώσει, το αίσθημα της εξορίας ή του χωρισμού των συμπολιτών μας. Στο σημείο αυτό, ο αφηγητής ξέρει θαυμάσια πόσο λυπηρό είναι να μην μπορεί ν’ αναφέρει εδώ κάτι το πραγματικά θεαματικό, όπως για παράδειγμα, κάποιο θαρραλέο ήρωα ή κάποια συγκλονιστική ενέργεια, σαν εκείνα που βρίσκουμε στα παλιά παραμύθια. Αυτό γίνεται γιατί δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο θεαματικό από μία μάστιγα που οι μεγάλες συμφορές είναι μονότονες χάρη ακριβώς στη διάρκειά τους. Στη μνήμη όσων τις έζησαν, οι φοβερές μέρες της πανούκλας δεν έμοιαζαν με μεγάλες επιβλητικές και σκληρές φλόγες, αλλά περισσότερο σαν ατέλειωτο ποδοβολητό, που τα σύντριβε όλα στο πέρασμά του.

   ”Όχι, η πανούκλα δεν είχε καμία σχέση με τις μεγάλες ερεθιστικές εικόνες που βασάνιζαν τον γιατρό Ριέ στην αρχή της επιδημίας. Υπήρχε, πρώτα απ’ όλα, μία προνοητική κι αψεγάδιαστη διοίκηση, που λειτουργούσε σωστά. Έτσι, ας το πούμε αυτό μέσα σε παρένθεση, για να μην προδώσει τίποτα, κι ιδιαίτερα για να μην προδοθεί ο ίδιος, ο αφηγητής προσπάθησε νά ‘ναι αντικειμενικός. Δε θέλησε τίποτα σχεδόν ν’ αλλάξει με περίτεχνες περιγραφές, εκτός από ότι αφορά τις στοιχειώδεις ανάγκες μίας λίγο πολύ κατανοητής αφήγησης. Κι αυτή ακριβώς η αντικειμενικότητα του επιβάλλει να πει τώρα πως αν η πιο μεγάλη, η πιο καθολική όπως και η πιο βαθιά οδύνη αυτού του καιρού ήταν ο χωρισμός, πως αν ήταν απαραίτητο, για τη συνείδησή του, να κάνει μία καινούργια περιγραφή του χωρισμού σ’ αυτό το στάδιο της πανούκλας, θα πρέπει να ομολογήσει ότι κι αυτή ακόμα η οδύνη έχασε κάτι απ’ την παθητικότητά της.

sartre-et-camus1

   ”Να συνήθιζαν τάχα στην κατάσταση αυτή οι συμπολίτες μας, ή τουλάχιστον όσοι υπέφεραν περισσότερο απ’ αυτό το χωρισμό ! Δε θά ‘ταν απόλυτα σωστό να το πούμε με βεβαιότητα. Πιο σωστά θά’ ταν να πούμε πως τόσο από ηθική όσο κι από σωματική άποψη είχαν αποσαρκωθεί. Στην αρχή της πανούκλας θυμούνταν τον άνθρωπο πού ‘χασαν και τον νοσταλγούσαν. Αν ωστόσο θυμούνταν καθαρά το αγαπημένο πρόσωπο, το γέλιο του, κάποια μέρα που αναγνώριζαν εκ των υστέρων, πως τους είχε κάνει ευτυχισμένους, δύσκολα μπορούσαν να φανταστούν τί έκανε ο άλλος τη στιγμή που τον σκέφτονταν και μάλιστα σε τόπους τόσο μακρινούς τώρα πια. Με λίγα λόγια, τη στιγμή εκείνη διαθέτανε μνήμη αλλά η φαντασία τους δεν ήταν αρκετή. Στο δεύτερο στάδιο της πανούκλας χάσανε και τη μνήμη τους. Όχι πως είχαν ξεχάσει εκείνο το πρόσωπο αλλά, κάτι που είναι σχεδόν το ίδιο, είχε χάσει τη σάρκα του και δεν το ξεχώριζαν πια μέσα τους. Κι ενώ τις πρώτες βδομάδες θά ‘θελαν να παραπονεθούν πως δεν έβρισκαν πια παρά μόνο ίσκιους, σ’ ό, τι αφορούσε τον έρωτά τους, κατάλαβαν στη συνέχεια πως οι ίσκιοι αυτοί μπορούσαν ν’ αποσαρκωθούν ακόμα περισσότερο, χάνοντας και τα παραμικρότερα χρώματα που διατηρούσαν στη μνήμη τους. Στο τέλος της μακρόχρονης διάρκειας του χωρισμού δεν αναπολούσαν πια αυτή την οικειότητα που υπήρχε ανάμεσά τους, ούτε πώς μπόρεσε να ζήσει κοντά της ένας άνθρωπος που πάνω του, κάθε στιγμή, μπορούσαν ν’ ακουμπήσουν το χέρι τους…”

black-death

   ”Απ’ το σκοτεινό λιμάνι υψώθηκαν τα πρώτα πυροτεχνήματα απ’ τους επίσημους πανηγυρισμούς. Η πόλη τα χαιρέτισε μ’ ένα μακρόσυρτο κι υπόκωφο επιφώνημα. Ο Κοτάρ, ο Ταρού, κι εκείνη που ο Ριέ αγάπησε κι έχασε, όλοι τους, νεκροί κι ένοχοι, είχαν ξεχαστεί. Ο γέρος είχε δίκιο, οι άνθρωποι ήταν πάντα ίδιοι. Αυτή ήταν, ωστόσο, η δύναμη κι η αθωότητά τους κι εδώ, πάνω από κάθε πόνο, ο Ριέ ένιωθε ότι ξανάσμιγε μαζί τους. Ανάμεσα στα ξεφωνητά που γίνονταν όλο και πιο δυνατά και μακρόσυρτα, που η αντανάκλαση απ’ τον απόηχό του έφτανε ως τη βάση της ταράτσας, καθώς οι πολύχρωμες δέσμες υψώνονταν όλο και πιο πολλές στον ουρανό, ο γιατρός Ριέ αποφάσισε να συντάξει την αφήγηση, που τελειώνει εδώ, για να μην είναι ένας απ’ αυτούς που σωπαίνουν, για να καταθέσει για τους πανουκλιασμένους, για ν’ αφήσει, τουλάχιστον, μία ανάμνηση απ’ την αδικία και τη βιαιτότητα, που έγιναν σε βάρος τους και για να πει μόνο τί διδάσκει απ’ τις συμφορές, ότι υπάρχουν στον άνθρωπο περισσότερα πράγματα να θαυμάσεις παρά να περιφρονήσεις.

  ”Ήξερε, ωστόσο, ότι το χρονικό αυτό δεν μπορούσε νά ‘ναι το χρονικό της οριστικής νίκης. Μπορούσε να αποτελέσει μόνο τη μαρτυρία όσων χρειάστηκε να επιτελέσουν και που, έπρεπε να επιτελέσουν ακόμα, ενάντια στο τρόμο και στο ακούραστο όπλο του, όλοι οι άνθρωποι παρ’ όλα τα προσωπικά τους βάσανα που, μην μπορώντας ν’ αγιάσουν κι αρνούμενοι να επιδοκιμάσουν τις μάστιγες, προσπαθούν να μένουν γιατροί.

1586 ”Και πραγματικά, καθώς ο Ριέ άκουγε τις χαρούμενες φωνές που ανέβαιναν απ’ την πόλη, θυμόταν ότι η ευθυμία αυτή πάντοτε απειλείται. Γιατί ήξερε ότι αυτός ο κόσμος που γλεντούσε, αγνοούσε, κι είναι κάτι που μπορούμε να το διαβάσουμε στα βιβλία, ότι ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει και δεν εξαφανίζεται ποτέ, ότι μπορεί να μένει κοιμισμένος ολόκληρες δεκάδες χρόνια μέσα στα έπιπλα και τ’ ασπρόρουχα, ότι περιμένει υπομονετικά στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντίλια και στα χαρτιά, κι ότι μπορεί να φτάσει κάποτε η μέρα που για τη δυστυχία ή για να γίνει μάθημα στους ανθρώπους, η πανούκλα θα ξυπνήσει τα ποντίκια της και θα τα στείλει να ψοφήσουν σε μία ευτυχισμένη πολιτεία.”

                                                                                        ************************

22f17e4ad71af51714fd223b65156e4b

Albert-Camus-Cyprus

Advertisements

2 thoughts on “ALBERT CAMUS, ”LA P E S T E” ( ”Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ”)

Leave a Reply to vequinox Cancel reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s