Τ Ο Π Α Ι Δ Ι

43665226_10217765884882276_3954542351258484736_n

Τα βράδια στο προσκέφαλο έρχεται ένα παιδί. Δεν το γνωρίζω. Έξω ο αέρας φέρνει μια τρυφερή φυσαρμόνικα και ήχους από φορέματα χορού και ζάλη. Σταγόνες κρασιού γεμίζουν το δωμάτιο που ταξιδεύει αργά μέσα στο χρόνο.
Και το παιδί μιλά. Ακούω ήχο μηχανής πολλών νερών μια χορωδία νυκτός από τριζόνια, σαν να έπεσε το καλοκαίρι νεκρό στο προσκεφάλι μου.

Σηκώνομαι αργά και του ζητάω συγνώμη. Ντύνομαι ένα χιτώνα άσπρο, Παράξενο μου φαίνεται αλλά πάλι σκέπτομαι ότι τώρα που ο κόσμος έγινε ψυχιατρείο αυτή θα πρέπει να είναι η φορεσιά του χρόνου.

Κατεβαίνουμε αργά στην παραλία. Δεν μου μιλά. Με κρατάει μόνο από το χέρι. Στο δρόμο θα συναντήσουμε κυρίες φίλες της μητέρας νεκρές από χρόνια. Θα μας χαιρετήσουν «ο γιός σας ; Σας μοιάζει. Καλέ τι χαριτωμένο είναι;» Συναντώ συνήθως τον κουλουρά από το γυμνάσιο. Φοράει καπέλο όπως παλιά. « Θα σε βαραίνει κυρ Θανάση» του λέω τώρα. Με κοιτάζει με το ίδιο συνωμοτικό ύφος. «Πρόσεξε να μην πιστέψεις ποτέ σε άνθρωπο» μου λέει. Τα χέρια του είναι δασόλοφος, γεμάτα παπαρούνες και κείνα τα μικρά πουλιά που έρχονται στα μπαλκόνια το χειμώνα.

Κοιτάζω και βλέπω ένα καράβι να στέκεται ορθό στην ορμή των κυμάτων. Πλήθος νεκρών φτάνουν στην παραλία με ένα παλιό λεωφορείο. Πολλούς γνωρίζω. Κάνω να φύγω και το παιδί με συγκρατεί. «Εδώ είναι η παραλία, το φάσμα του πιθανού» μου λέει. «Έρχονται κβαντικές βροχές και πιθανά σύμπαντα. Ο χρόνος δεν διαστέλλεται, αλλά χάνεται, όλα χάνονται. Κοίτα
Φτάνουμε πια στην παιδική χαρά. Παραδόξως τα παιγνίδια έχουν φύγει και τάφοι μικρών παιδιών ξενοδοχούνται. Καθόμαστε απαλά στο χρόνο που μουλιάζει στα δάκρυα των μανάδων. Εκεί θα βρούμε και μεις το μελλοντικό μηχανουργείο να φτιάξουμε τα κάγκελα το μεγάλου μας ύπνου. Εκεί θα στρατοπεδεύσουμε μέσα στην δίνη των πυράκανθων που κείται στο χώμα ως νεκρανθός, μεγάπενθος που θα έλεγε ο Κιτς.

Το παιδί με κοιτάζει. κοιτάζει. Και με κοιτάζουν μαζί από την γρίλια οι παλιοί συμμαθητές, ο πατέρας, η μητέρα κατακόκκινη, ο Άγγελος, η Μαρία όλους τους ανθρώπους που συνάντησα στα μικρά μου ταξίδια. Διακρίνω ακόμα και τον Πιπ που έφτιαξε ο Ντίκενς παλιό μου φίλο από το Δημοτικό… Και με κοιτούν. Θέλω να τους ρωτήσω τί θέλετε; Δεν απαντάει κανείς. Ούτε το παιδί, Στο πρόσωπο του διακρίνω ένα δάκρυ, ένα μεγάλο υπερωκεάνιο που φεύγει στην γραμμή του ορίζοντα μια βάρκα που λάμνει στα πεθαμένα νερά..

Καθόμαστε με το παιδί στην άκρη του ορίζοντα. Νοιώθω το χέρι του να με αγκαλιάζει προστατευτικά και το κοιτάζω. Στην παλάμη του ακόμα το ίχνος από το καρφί, αυτό το φοβερό καρφί του κόσμου…
ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΑΛΗΣ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Create a free website or blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: