Ο ΑΓΓΕΛΟΣ, του Νίκου Βαραλή

 

41606164_10217536554069149_895216874072047616_n

Όπου είχανε μαζευτεί διάφοροι. Κι αυτός που τονε λέγανε Άγγελο ήταν ανάμεσα τους. Και δεν μου φάνηκε ότι ανήκε σε αυτόν τον κόσμο ότι ήταν διάφανος και έβλεπες μέσα του πως η μάννα του ήταν άρρωστη και ο πατέρας ανύπαρκτος. Τον πλησίασα περισσότερο από περιέργεια. Όπως πηγαίνεις στην γειτονική χώρα να μάθεις πως τρώνε τα μακαρόνια κι αν οι γυναίκες ξυρίζονται για να ανακαλύψεις ότι κι εκεί ο ήλιος είναι όρθιος και το βράδυ φέρνει πολλά ζόρια μέσα στα σπίτια.. Του ζήτησα το όνομα του. Μου είπε Άγγελος. «Κατάλαβα» του λέω « έχεις τίποτα να μου αναγγείλεις;». Κούνησε τους ώμους του. Στο ύψος των ματιών του φάνηκε μια κυπάρισσος όπως αυτή που στα κοιμητήρια δείχνει πάντα μεσάνυχτα. Το μήνυμα του όμως υπήρχε. Έμαθα από τους συμμαθητές ότι είχε λευχαιμία και ότι το μήνυμα που έφερνε ήταν ο θάνατος. Μας έφερνε μήνυμα θανάτου στην παιδική ηλικία που νομίζουμε ότι είμαστε θεοί και θεωρούμε ότι μπορούμε να ξοδεύουμε τις μέρες μας αλλοφρόνως γιατί έχουμε πολλές ακόμα αμάσητες. Βέβαια είδα πολλά βουνά από τότε και στην κηδεία του δεν πήγα γιατί πέθανε και μια μέρα το θρανίο δίπλα μου ήταν άδειο. Και δεν τόλμησα να κάνω καν ερωτήσεις γιατί δεν ήθελα επ ουδενί τις απαντήσεις. Κι έκανα σαν να μην έφυγε. Του ψιθύριζα. Έκανα τάχαμου πως κρυφοβλέπω στα διαγωνίσματα. Πολλές φορές πήγαινα και του έφερνα τυρόπιτα και ένα κουλούρι. «Ορίστε Άγγελε» του έλεγα, «φάε τώρα μην έρθουν οι άλλοι και τα πάρουνε.»

Τα βράδια του καλοκαιριού κατεβαίναμε στην παραλία. Κι εκεί έκανα πως τον συναντούσα. Μου έλεγε η μάννα “Ποιον χαιρετάς που δεν είναι κανένας;” Και δεν απαντούσα, δεν ήθελα να της πω για τον Άγγελο. Ποιος τον ήξερε που η μάνα του ήταν άρρωστη και ο πατέρας του απών ένα τούβλο μια πέτρα στο ποτάμι εκείνο το αστέρι που γυάλιζε πάνω σου και ρώτησες τον μαθηματικό πως το λένε και δεν ήξερε και την άλλη μέρα έμαθε και σου είπε ένα γράμμα και τρείς αριθμούς και σου την έσπασε αριθμός είναι αυτό το αστέρι; Δεν έχει ούτε καν όνομα. Αλλά ο Άγγελος είχε όνομα αλλά σε ένα κόσμο που η δική μου φτέρνα έχει μεγαλύτερη σημασία από την αρρώστια του άλλου ήταν σαν να ήταν τριψήφια απουσία.

Βέβαια τα χρόνια πέρασαν. Γεράσαμε και τα θρανία τα παλιά πετάχτηκαν έγιναν καυσόξυλα. Ένας συμμαθητής μου είπε οτι τα πήραν οι τσιγγάνοι και έψησαν ένα σκαντζόχοιρο και φάγανε. Δεν τον πίστεψα γιατί αυτά είναι τερατωδίες. Τόσα όνειρα, ραβασάκια, ποιηματάκια, σκονάκια πήγαν και έγιναν ρέψιμο. Δεν μου καθότανε, κατάλαβες. Αλλά τον Άγγελο δεν τον ξέχασα. Βέβαια αυτός παραμένει 12 χρονών και γω άσπρισα πια. Οπότε μου φάνηκε καλύτερα από συμμαθητή να τον κάνω εγγονό μου. Κι έτσι συνεχίζουμε κατεβαίνουμε ακόμα παραλία. Τον πηγαίνω παιδική χαρά να βρει παιδιά να παίζει. Και τα βράδια γυρίζουμε του φτιάχνω κουλουράκι από τυρί, και βάζω στο παλιό πικάπ να παίζει εκείνο που λέγαμε στις εκδρομές «ήταν ένα μικρό καράβι» , και ο Άγγελος γελάει και μου κρατάει τρυφερά το χέρι. Και το ξέρω πια είμαι σίγουρος οτι όταν θα έρθει η ώρα κι η στιγμή να φύγω πια γιατί θα έχω βαρεθεί το ψέμα και τη πόζα γύρω μου, θα έρθει αυτός και θα μου πει «έλα». Θα ξαναγίνω πάλι δώδεκα χρονών και με τον Άγγελο θα κλέψουμε ωραία μήλα, ωραία χρυσά μήλα. Και ειλικρινά δεν θα σου δώσω. Θα τα κρατήσουμε για το ωραίο μεγάλο μεσημέρι εκεί στους μεγάλους φοίνικες του νότου. Εκεί που περνάει το άσπρο αλογάκι της Παναγιάς με τα μεγάλα μάτια…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s